Download Stephen King - Εφιάλτες και ονειρότοποι.pdf PDF

TitleStephen King - Εφιάλτες και ονειρότοποι.pdf
File Size3.9 MB
Total Pages1063
Document Text Contents
Page 2

STEPHEN KING

-Nightmares & Dreamscapes –

�5�K�= �A�Y�V�R�S�I�M���L�B�N�O�M�>�Y�I�I�B�G���J�Z�P�M���=�N�ï �R�M���P�G�T�_�K�G �R�M�S���K�G�N�R�[�O�=.

�'�G�=�� �J�D�V�=�K�G�H�[�� �J�=�P�Z�I�=�� �B�H�A�D�I�c�K�B�G�� �T�M�K�G�H�Z�Q�� �A�G�=�E�Z�P�B�G�Q. �-�R�D�� �(�Z�=��
�/�_�O�H�D�� �J�`�@�B�Q�� �J�=�C�B�`�M�K�R�=�G�� �H�=�G�� �N�B�E�=�\�K�M�S�K�� �P�ï �Z�K�=�� �C�B�S�@�Y�O�G�� �N�=�I�G�Y��
�=�E�I�D�R�G�H�Y�� �N�=�N�M�`�R�P�G�=�� �"�� �Z�O�D�J�M�Q�� �R�D�Q���(�B�>�Y�A�=�Q���H�=�R�=�N�\�K�B�G�� �J�G�=��
�%�Y�K�R�G�I�=�H. �%�G�� �=�H�_�J�D�� �M�� �E�O�`�I�M�Q�� �R�M�S�� �%�=�P�R�I�� �,�M�H�� �=�K�=�>�G�c�K�B�G�� �H�=�G
�=�G�V�J�=�I�X�R�\�C�B�G���>�I�Z�J�J�=�R�=���H�=�G���P�S�K�B�G�A�[�P�B�G�Q

�*�� ���–�‡�’�Š�‡�•�� ���‹�•�‰�� �B�N�G�P�R�O�Z�T�B�G�� �J�B�� �J�G�=�� �P�S�I�I�M�@�[�� �A�G�D�@�D�J�Y�R�X�K.
�'�G�=���P�B�G�O�Y���G�P�R�M�O�\�B�Q���N�M�S���H�G�K�M�`�K�R�=�G���=�N�_���R�D�K���H�I�=�P�G�H�[���=�R�J�_�P�T�=�G�O�=��
�R�M�S�� �J�=�H�Y�>�O�G�M�S�� �H�=�G�� �R�M�S�� �R�B�O�=�R�c�A�M�S�Q�� �J�Z�V�O�G�� �R�D�K�� �=�K�B�N�=�K�Y�I�D�N�R�D��
�J�\�J�D�P�D�� �R�M�S�� �P�R�S�I�� �R�M�S�� �.�P�=�K�R�I�B�O�� �H�=�G�� �R�M�S�� �%�_�K�=�K�� �(�R�_�G�I��
�P�S�K�E�Z�R�M�K�R�=�Q�� �J�B�� �R�D�K�� �N�M�I�S�J�M�O�T�\�=�� �R�M�S�Q�� �J�G�=�� �P�N�[�I�G�=�� �R�M�S�� ���I�=�K�R�\�K,
�_�N�X�Q�� �I�Z�B�G�� �M���\�A�G�M�Q, �_�N�M�S���R�M�� �E�=�S�J�=�P�J�_�� �A�G�=�A�Z�V�B�R�=�G�� �M�� �T�_�>�M�Q, �D��
�=�N�B�G�I�[���N�=�O�=�J�M�K�B�`�B�G���P�B���H�Y�E�B���@�X�K�\�=���H�=�G���D���N�B�O�G�[�@�D�P�D���B�\�K�=�G���N�Y�K�R�=��
�J�G�=���B�J�N�B�G�O�\�=���R�O�M�J�=�H�R�G�H�[.

� �\�H�M�P�G���Z�L�M�V�B�Q�� �G�P�R�M�O�\�B�Q�� �@�O�=�J�J�Z�K�B�Q�� �J�ï �Z�K�=�� �P�H�M�N�_: �K�=��
�J�B�R�=�T�Z�O�M�S�K�� �R�M�S�Q�� �=�K�=�@�K�c�P�R�B�Q�� �B�H�B�\�� �N�M�S�� �A�B�K�� �N�[�@�=�K�� �N�M�R�Z�� �X�Q��
�R�c�O�=. �-�R�M�K�� �H�_�P�J�M�� �M�N�M�`�� �B�H�R�S�I�\�P�P�M�K�R�=�G�� �R�=�� �_�K�B�G�O�=. �-�R�M�K�� �H�_�P�J�M��
�_�N�M�S �M�G���B�T�G�Y�I�R�B�Q���A�B�K���R�B�I�B�G�c�K�M�S�K���J���Z�K�=���R�O�M�J�=�@�J�Z�K�M���L�`�N�K�D�J�=. �*��
���‹�•�‰���J�=�Q���=�K�M�\�@�B�G���R�D�K���N�_�O�R�=. ���B���J�Z�K�B�G���N�=�O�Y���K�=���N�G�P�R�Z�W�M�S�J�B���H�=�G���K�=��
�R�M�K���=�H�M�I�M�S�E�[�P�M�S�J�B.


���/�*���.�*�'�*�$
� �%���*�-� �$�-����������

Page 531

530


να πεταχτεύ κι αυτό ωσ το κατϊςτημα με τα μωρουδιακϊ, ςτο
εμπορικϐ κϋντρο του Ϊλςγουορθ.

Εκεύ που καθϐταν κι ϋπλεκε, κϊτι χτϑπηςε το τζϊμι.
Νυχτερύδα, ςκϋφτηκε η Μϊντι ςηκϔνοντασ το κεφϊλι απϐ

το πλεχτϐ τησ. Οι βελϐνεσ ςταμϊτηςαν απϐτομα, καθϔσ τα χϋρια
τησ κοκϊλωςαν. Κϊτι πολϑ μεγαλϑτερο απϐ πουλύ ϋκανε μια
απϐτομη, ςχεδϐν ςπαςτικό κύνηςη εκεύ ϋξω ςτο ςκοτϊδι και
ςτον ϊνεμο. Η λϊμπα πετρελαύου όταν ρυθμιςμϋνη ςτη μεγϊλη
ςκϊλα και οι αντανακλϊςεισ ςτο τζϊμι όταν πολϑ ζωηρϋσ για να
τησ επιτρϋψουν να δει ϋξω. Με το που ϊπλωςε το χϋρι τησ να
χαμηλϔςει το φωσ, το χτϑπημα ξανακοϑςτηκε. Σα
παραθυρϐφυλλα τραντϊχτηκαν. Ωκουςε ϋνα κομμϊτι ςτϐκο που
ξεκϐλληςε κι ϋπεςε ςτο εξωτερικϐ περβϊζι. Ο Σζακ ςκϐπευε να
ξαναςτοκϊρει απϐ την αρχό ϐλα τα τζϊμια αυτϐ το φθινϐπωρο,
θυμόθηκε η Μϊντι, και ϑςτερα ςκϋφτηκε. άςωσ γι' αυτϐ
ξαναγϑριςε. Που όταν τρελϐ· ο Σζακ βριςκϐταν ςτο βυθϐ του
ωκεανοϑ, αλλϊ...

Ϊμεινε καθιςμϋνη ςτον καναπϋ, με το κεφϊλι γερτϐ ςτο
πλϊι και τα χϋρια ακύνητα πϊνω ςτο πλεχτϐ τησ. Ϊνα ροζ
καλτςϊκι. Εύχε όδη πλϋξει ϋνα ζευγϊρι γαλϊζια. Εντελϔσ ξαφνικϊ
τησ φϊνηκε πωσ ϊκουγε τα πϊντα με εκπληκτικό καθαρϐτητα.
Σον ϊνεμο. Σο αχνϐ βουητϐ των κυμϊτων πϋρα ςτα βρϊχια του
Κρύκετ. Σο ύδιο το ςπύτι, που ϊφηνε μικρϊ βογκητϊ και
γρυλύςματα, ςαν γριϊ γυναύκα που προςπαθεύ να βολευτεύ ςτο
κρεβϊτι. Σο ςταθερϐ χτϑπο του ρολογιοϑ ςτο διϊδρομο.

«Σζακ;» φϔναξε ςτη βουβό νϑχτα, που εύχε πϊψει ξαφνικϊ
να εύναι βουβό. «Εςϑ εύςαι, αγϊπη μου;» Και τϐτε το παρϊθυρο
του καθιςτικοϑ ϊνοιξε με πϊταγο προσ τα μϋςα κι αυτϐ που
μπόκε δεν όταν ο πραγματικϐσ Σζακ, αλλϊ ϋνασ κινοϑμενοσ
ςκελετϐσ απ' ϐπου κρϋμονταν κϊτι μιςοςαπιςμϋνα κουρϋλια
ςϊρκασ.

Page 532

531


Εύχε ακϐμα την πυξύδα κρεμαςμϋνη ςτο λαιμϐ του. Ση
ςκϋπαζε μια παχιϊ ςτρϔςη απϐ πραςινϊδεσ τησ θϊλαςςασ.

Ο ϊνεμοσ φοϑςκωνε τισ κουρτύνεσ ςαν πανιϊ απϐ πϊνω
του, καθϔσ ςϑρθηκε με την κοιλιϊ και μετϊ ςηκϔθηκε ςτα
τϋςςερα και την κούταξε με ϊδειεσ, μαϑρεσ κϐγχεσ ϐπου εύχαν
κολλόςει ςτρεύδια και πεταλύδεσ.

Ϊβγαζε ϊναρθρουσ όχουσ. Σο ϊςαρκο ςτϐμα του
ανοιγϐκλεινε και οι μαςϋλεσ κινοϑνταν ςαν να μαςοϑςε. Ϋταν
πειναςμϋνοσ... αλλϊ αυτό τη φορϊ δεν τον περύμενε η αγαπημϋνη
του κοτϐςουπα ςε κονςϋρβα.

Γκρύζα, κολλϔδησ λϊςπη κρεμϐταν απϐ τισ ϊδειεσ κϐγχεσ
ϐπου εύχαν κολλόςει ςτρεύδια και η Μϊντι ςυνειδητοπούηςε ϐτι
αυτϐ που ϋβλεπε όταν τα υπολεύμματα του εγκεφϊλου του
ϊντρα τησ. Δε ςϊλεψε απϐ τη θϋςη τησ, ϋμεινε ακύνητη,
κοκαλωμϋνη, ενϔ εκεύνοσ ςηκϔθηκε κι ϊρχιςε να την πληςιϊζει,
κυρτϔνοντασ τα δϊχτυλα κι αφόνοντασ μεγϊλεσ, μαϑρεσ
πατημαςιϋσ πϊνω ςτο χαλύ. Βρομοϑςε αρμϑρα και θαλαςςινϊ
βϊθη. Σα χϋρια του τεντϔθηκαν. Οι μαςϋλεσ ανοιγϐκλειναν
μηχανικϊ δαγκϔνοντασ αϋρα. Η Μϊντι εύδε πϊνω ςτα κϐκαλα
απομεινϊρια απϐ το μαϑρο και κϐκκινο καρϐ πουκϊμιςο που του
εύχε αγορϊςει τα περαςμϋνα Φριςτοϑγεννα. Εύχε δϔςει ϋνα ςωρϐ
λεφτϊ για κεύνο το ροϑχο, αλλϊ ο Σζακ τησ εύχε πει τϐςεσ και
τϐςεσ φορϋσ ϐτι όταν πολϑ ζεςτϐ και ϊνετο και... δεσ πϐςο γερϐ
όταν τελικϊ για να κρατϊει ακϐμα μετϊ απϐ τϐςο καιρϐ ςτη
θϊλαςςα!

Σα κρϑα, λιγνϊ κϐκαλα, που όταν ϐ,τι εύχε απομεύνει απϐ τα
δϊχτυλα του Σζακ, ϊγγιξαν το λαιμϐ τησ μια ςτιγμό πριν
κλοτςόςει το μωρϐ —για πρϔτη φορϊ- μϋςα ςτην κοιλιϊ τησ.
Μεμιϊσ ϋχαςε ϐλη την απϊθεια που τησ εύχε προκαλϋςει ο
τρϐμοσ και που μϋςα ςτο ςοκ τησ την περνοϑςε για ηρεμύα.
΢όκωςε το χϋρι κι ϋμπηξε μια απϐ τισ βελϐνεσ του πλεχτοϑ τησ
ςτο μϊτι εκεύνου του πλϊςματοσ.

Page 1062

1061


Ενϔ προχωροϑςε, ϐμωσ, ϊρχιςε να κακύζει τον εαυτϐ του για τη
μεμψιμοιρύα του και την αγνωμοςϑνη του προσ το θεϐ.

«Κι ϐμωσ υπϊρχουν πρϊγματα για τα οπούα πρϋπει να εύμαι
ευγνϔμων», εύπε. «Πρϔτα απ' ϐλα, η μϋρα εύναι εξαιρετικϊ
ϐμορφη κι εγϔ, μϋςα ς' ϐλα μου τα χϊλια, ϋχω ακϐμη τα μϊτια
μου γερϊ. Για ςκϋψου πϐςο φοβερϐ θα όταν αν όμουν τυφλϐσ!»

Και για να το αποδεύξει ςτον εαυτϐ του, ο Ραμοϑ ϋκλειςε
ςφιχτϊ τα μϊτια και ςυνϋχιςε το δρϐμο του με ςυρτϊ βόματα,
κρατϔντασ το ςπαςμϋνο ραβδύ τεντωμϋνο μπροςτϊ του, ϐπωσ
κρατϊει ϋνασ τυφλϐσ το μπαςτοϑνι του. Σο ςκοτϊδι όταν
απαύςιο κι αποπνικτικϐ και ο Ραμοϑ δεν όξερε πια ποϑ
βριςκϐταν. ΢ε λύγο δεν καταλϊβαινε αν βϊδιζε ακϐμη ςτη μϋςη
του δρϐμου ό αν εύχε λοξοδρομόςει και κινδϑνευε να πϋςει ςτο
χαντϊκι. Η ςκϋψη του τι θα πϊθαιναν τα γϋρικα, εϑθραυςτα
κϐκαλα του ϋτςι κι ϋπεφτε ςτο χαντϊκι τον κατατρϐμαξε, αλλϊ
κρϊτηςε τα μϊτια του κλειςτϊ και ςυνϋχιςε να προχωρϊει προσ
τα εμπρϐσ.

«Αυτϐ εύναι ϐ,τι ςου χρειϊζεται για να γιατρϋψεισ την
αχαριςτύα ςου, γϋρο μου!» εύπε ςτον εαυτϐ του. «Για να θυμϊςαι
ϐτι μπορεύ να εύςαι ζητιϊνοσ, αλλϊ ϐχι τυφλϐσ ζητιϊνοσ και να
χαύρεςαι!»

Ο Ραμοϑ δεν ϋπεςε οϑτε ςτο δεξύ οϑτε ςτο αριςτερϐ
χαντϊκι, αλλϊ ϐρχηςε να λοξοδρομεύ προσ τα δεξιϊ καθϔσ
ϋφταςε ςτην κορυφό του υψϔματοσ κι ϋπιαςε τον κατόφορο.
Ϊτςι προςπϋραςε το πελϔριο διαμϊντι που ςτραφτοκοποϑςε
πϊνω ςτο χϔμα· το αριςτερϐ του πϐδι πϋραςε μϐλισ πϋντε
πϐντουσ απϐ δύπλα του.

Καμιϊ τριανταριϊ μϋτρα παρακϊτω, ο Ραμοϑ ϊνοιξε τα
μϊτια του. Λαμπερϐ, καλοκαιριϊτικο φωσ τα πλημμϑριςε μεμιϊσ
και του φϊνηκε πωσ πλημμϑριςε και το νου του. Κούταξε
ολϐχαροσ το γαλανϐ ουρανϐ, τα ςκονιςμϋνα κύτρινα χωρϊφια,
την καφετιϊ κορδϋλα του δρϐμου ϐπου πϊνω του βϊδιζε.

Page 1063

1062


Ακολοϑθηςε με το βλϋμμα του το πϋταγμα ενϐσ πουλιοϑ απϐ το
ϋνα δϋντρο ςτο ϊλλο γελϔντασ και, παρ' ϐλο που δε ςτρϊφηκε
οϑτε μια φορϊ για να δει το τερϊςτιο διαμϊντι που βριςκϐταν
πύςω του, ξϋχαςε την πονεμϋνη πλϊτη και τισ ανοιχτϋσ πληγϋσ
του.

«Θεϋ μου, ς' ευχαριςτϔ που μπορϔ και βλϋπω!» φϔναξε.
«΢' ευχαριςτϔ, Θεϋ μου, γι' αυτϐ, τουλϊχιςτον. Μπορεύ να βρω
κϊτι αξύασ ςτο δρϐμο -κϊνα παλιϐ μπουκϊλι να το πουλόςω ςτο
παζϊρι ό ακϐμη και κϊνα νϐμιςμα— αλλϊ κι αν δε βρω, θα
κοιτϊζω αυτϊ που ϋχω. Θεϋ μου, ς' ευχαριςτϔ που μπορϔ και
βλϋπω! ΢' ευχαριςτϔ που υπϊρχεισ!»

Και, ικανοποιημϋνοσ πια, ςυνϋχιςε το δρϐμο του,
αφόνοντασ οριςτικϊ το διαμϊντι πύςω του. Σϐτε ο Θεϐσ ϋςκυψε,
το μϊζεψε και το ξανϊβαλε κϊτω απϐ το βουνϐ τησ Αφρικόσ απ'
ϐπου το εύχε πϊρει. ίςτερα, ςαν να το ςκϋφτηκε εκ των
υςτϋρων (αν μπορεύ να πει κανεύσ ϐτι ο Θεϐσ ςκϋφτεται
οτιδόποτε εκ των υςτϋρων), ϋκοψε ϋνα γερϐ κλαδύ απϐ ϋνα
δϋντρο τησ ςαβϊνασ και το ϋριξε ςτο δρϐμο τησ Σςαντραποϑρ,
ϋτςι ϐπωσ εύχε ρύξει και το διαμϊντι.

«Η διαφορϊ εύναι», εύπε ο θεϐσ ςτον Ουριόλ, «ϐτι ο φύλοσ
μασ ο Ραμοϑ θα βρει το κλαδύ και θα το ϋχει για ραβδύ ϔςπου να
πεθϊνει».

Ο Ουριόλ κούταξε αβϋβαια το Θεϐ (ϐςο μπορεύ κανεύσ -
ακϐμη και ϋνασ αρχϊγγελοσ- ν' αντικρύςει αυτϐ το εκτυφλωτικϐ
πρϐςωπο).

«Μου ϋδωςεσ ϋνα μϊθημα Κϑριε;»
«Δεν ξϋρω», απϊντηςε μειλύχια ο Θεϐσ. «΢ου ϋδωςα;»

Similer Documents